αὐθαδέστερον

αὐθᾱδέστερον , αὐθάδης
self-willed
adverbial comp
αὐθᾱδέστερον , αὐθάδης
self-willed
masc acc comp sg
αὐθᾱδέστερον , αὐθάδης
self-willed
neut nom/voc/acc comp sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • υποάμουσος — ον, Α κάπως άμουσος, αποξενωμένος από τις Μούσες, από την μουσική ή από την αισθητική καλλιέργεια («αὐθαδέστερόν τε δεῑ αὐτὸν... εἶναι καὶ ὑποαμουσώτερον», Πλάτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ἄμουσος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.